καίρω

καίρω
καῖρος
row of thrums
masc nom/voc/acc dual
καῖρος
row of thrums
masc gen sg (doric aeolic)
καιρόω
row of thrums
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
καιρόω
row of thrums
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • καιρώ — καιρῶ, όω (Α) [καίρος] συνδέω τις άκρες τού στημονιού στον καῑρο τού αργαλειού …   Dictionary of Greek

  • Καιρῶ — Καιρός due measure masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καιρῶ — καιρός due measure masc gen sg (doric aeolic) καιρόω row of thrums pres subj act 1st sg καιρόω row of thrums pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καιρῷ — Καιρός due measure masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καιρῷ — καιρός due measure masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καίρῳ — καῖρος row of thrums masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καιρῶι — Καιρῷ , Καιρός due measure masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καιρῶι — καιρῷ , καιρός due measure masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καίρωι — καίρῳ , καῖρος row of thrums masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • времѧ — ВРЕМ|Ѧ (> 1000), ЕНЕ с. 1.Одна из форм существования материи: Не възможьно оубо рече. вне же врѣмѩ суть в мирѣ быти КР 1284, 358в; второѥ [в троице] ѥдиносоущьствьно оц҃ю и числоу и времени вышьша соуща нарицаѥть (χρόνων) ГА XIII XIV, 222а;… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”